1η Απριλίου

1η Απριλίου 1955

«Με τη βοήθεια του Θεού, με πίστη εις τον τίμιο αγώνα μας , με τη συμπαράσταση ολόκληρου του ελληνισμού και με τη βοήθεια των Κυπρίων, αναλαμβάνουμε τον αγώνα για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο το οποίο μας κατέλειπαν οι πρόγονοί μας «΄Η ταν ή επί τας».

 

«Αδελφοί Κύπριοι, από τα βάθη των αιώνων μάς ατενίζουν όλοι εκείνοι οι οποίοι ελάμπρυναν την Ελληνική ιστορία για να διατηρήσουν την ελευθερία τους: Οι Μαραθωνομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι Τριακόσιοι του Λεωνίδα και οι νεώτεροι του Αλβανικού έπους. Μας ατενίζουν οι αγωνιστές του 1821, οι οποίοι μας εδίδαξαν ότι η απελευθέρωση από το ζυγό του δυνάστη αποκτάται πάντοτε με αίμα. Μας ατενίζει ακόμη ολόκληρος ο Ελληνισμός, ο οποίος και μας παρακολουθεί με αγωνία αλλά και με εθνική περηφάνια. Έλληνες, όπου και να βρίσκεστε, ακούστε τη φωνή μας: Εμπρός! Όλοι μαζί για τη λευτεριά της Κύπρου μας».

 

Αυτά έγραφε η πρώτη προκήρυξη της Εθνικής Οργάνωσης Κυπρίων Αγωνιστών (Ε.Ο.Κ.Α.), που κυκλοφόρησε την 1η Απριλίου 1955. Οι νέοι της Κύπρου με την καθοδήγηση του Εθνάρχη Μακαρίου και του αρχηγού Διγενή, ξεκινούσαν ένα απελευθερωτικό αγώνα εναντίον των Άγγλων κατακτητών με στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Αυτή ήταν άλλωστε και η απαίτηση ολόκληρου του κυπριακού ελληνισμού, που πέντε χρόνια πριν με το ενωτικό δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου του 1950, ζητούσε την ένωση.

 

Ο Κυπριακός Ελληνισμός, μη μπορώντας και μη αντέχοντας πια, τη σκλαβιά και την καταπίεση, αποφασίζει, εκείνο το πρωταπριλιάτικό χάραμα του ‘55, να συντρίψει τα δεσμά της αποικιοκρατικής κατοχής και να πάρει την  τύχη της εθνικό-ιστορικής του πορείας, αποκλειστικά στα δικά του χέρια του.

 

Μετά το «ουδέποτε» του Άγγλου υπουργού των αποικιών και την αποτυχία προώθησης του αιτήματος της αυτοδιάθεσης, στη γενική συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, λόγω του μπλοκαρίσματος από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις που ήλεγχαν τότε τον οργανισμό, μια και μοναδική ήταν η επιλογή. Ήταν το προαιώνιο πρόσταγμα της πανάρχαιας Ελληνικής μας ιστορίας, που καλούσε τον Κυπριακό Ελληνισμό, να προχωρήσει σε ένοπλο, ασυμβίβαστο και ανυποχώρητο αγώνα, για να διεκδικήσει την ολοκλήρωση των εθνικό-κοινωνικών του  προσανατολισμών και οραματισμών.

 

Εκείνο το πρωινό της 1ης Απριλίου του 1955, οι δείκτες των ρολογιών συγχρονίζονται με το ρολόι της Ιστορίας. Της Ελληνικής μας Ιστορίας, η οποία μετοίκησε, αγκαλιάζοντας αδιάκοπτα, τούτο το μοιρόγραφτο νησί, 3 χιλιάδες χρόνια πριν.

Οι εκκωφαντικές εκρήξεις, που δονούν συθέμελα απ’ άκρου σ’ άκρη το νησί,  διατρανώνουν, την ασυμβίβαστη διάθεση και την πέρα από  κάθε θυσία, απόφαση του λαού μας, για απελευθέρωση και ενσωμάτωση στον υπόλοιπο εθνικό κορμό, που ενσαρκώνεται μέσα το διαχρονικό πόθο και όρκο για ΕΝΩΣΗ με τη μάνα Ελλάδα.

 

Όλος ο κόσμος, όλος ο λαός, συμμετέχει και ζει τον μεγάλο ξεσηκωμό. Μαθητές δημοτικού, γυμνασίου, οι εργαζόμενοι, οι αγρότες, οι νοικοκυρές, όλοι, μέσα από το καμίνι της καθημερινής βιοπάλης, βρίσκουν τον τρόπο και το χρόνο, να συνδεθούν και να συντονιστούν, με τους ιερούς σκοπούς του μεγάλου αγώνα. Ενός αγώνα εθνικο-απελευθερωτικού, αντι-ιμπεριαλιστικού, μα συνάμα και κοινωνικού. Που μάχεται, πολεμά και διεκδικεί το ατομικό δίκαιο, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

 

Η ΕΟΚΑ δεν κάμπτεται και δε νικιέται. Οι αγωνιστές με ασίγαστο πάθος και άσβεστο τον πόθο, για λύτρωση και λευτεριά, γράφουν νέες σελίδες ιστορικής δόξας και τιμής. Αφού ρεζιλεύουν τον πολυάριθμο αυτοκρατορικό στρατό στην επική μάχη των Σπηλιών, οι αποικιοκρατικές δυνάμεις  συντρίβονται, τόσο πολεμικά όσο και ηθικά, από την αξεπέραστη σεπτή μορφή  του Γρηγόρη Αυξεντίου, στην ιστορική μάχη του Μαχαιρά. Ο καπνός από το θυσιαστήριο του Γρηγόρη τυλίγει και σκεπάζει όλη την Κύπρο. Γίνεται φλόγα, γίνεται πυρκαγιά, που κατακαίει και μεταλαμπαδεύει, την χωρίς πισωγυρίσματα απόφαση.

 

Ακολουθεί το ολοκαύτωμα των τεσσάρων του αχυρώνα του Λιοπετρίου, και η θυσία του σταυραετού του Πενταδακτύλου Κυριάκου Μάτση και των δεκάδων άλλων αγωνιστών. Η βαρβαρότητα και ανανδρία του δυνάστη βρίσκει έκφραση στους απαγχονισμούς των Κυπρίων νέων. Ο Καραολής, ο Δημητρίου, ο Πατάτσος και άλλοι νέοι στέλλονται στην αγχόνη, γιατί απλά τόλμησαν να ζητήσουν λευτεριά και αξιοπρέπεια. Ανάμεσα στις τόσες ηρωικές μορφές που πρόσφεραν τη ζωή τους στο θυσιαστήριο της ελευθερίας ξεχωρίζει ο άλκιμος μαθητής Ευαγόρας Παλληκαρίδης.

 

Οι Άγγλοι μη μπορώντας να κάμψουν και υποτάξουν την Κυπριακή λεβέντικη ψυχή, επισείουν τον κίνδυνο της διχοτόμησης με την απειλή μονομερούς επιβολής του σχεδίου Μακμίλαν. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο οποίος είχε απελευθερωθεί, κατόπιν αφόρητων πιέσεων αναγκάζεται να υπογράψει την συνθηκολόγηση της Ζυρίχης.

 

Σε όλους αυτούς τους ηρωικούς μας νεκρούς του Απελευθερωτικού Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. 1955-59, οφείλουμε τον ελεύθερο αέρα που αναπνέουμε σήμερα, έστω και σε ημικατεχόμενη πατρίδα. Στη σημερινή κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με την τουρκική εισβολή του 1974, οι μορφές των ηρώων μας είναι πηγή θάρρους, υπομονής και αγώνα μέχρι την απελευθέρωση της Κύπρου.

 

Το ποίημα του Ευαγόρα Παλληκαρίδη αποτελεί το τελευταίο, αποχαιρετιστήριο γράμμα που άφησε στους συμμαθητές του φεύγοντας για να πάει αντάρτης στα βουνά:

 

Παλιοί συμμαθηταί!

Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας.

Κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγον ελεύθερο αέρα.

Κάποιος που μπορεί να μην τον ξαναδείτε

Παρά μόνο νεκρό.

Μην κλάψετε στον τάφο του.

Δεν κάνει να τον κλαίτε.

Λίγα λουλούδια του Μαγιού

Σκορπάτε του στον τάφο.

Του φτάνει αυτό μονάχα.

 

Γεια σας παλιοί συμμαθηταί.

Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας.

Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό

Ένα παλιό του φίλο...

 

Ας πάρει μιαν ανηφοριά, ας πάρει μονοπάτια

Να βρη τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.

Ν’ αφήσει αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα

Μες στα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.

 

Με την Ελευθεριά μαζί

Μπορεί να βρει κι εμένα.

Αν ζω... θα μ’ εύρη εκεί.

 

Απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Αποχαιρετισμός» για τον Γρηγόρη Αυξεντίου.

Ποτέ δε θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότητα
μιας σπηλιάς μπορούσε να έχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει την πατρίδα με τις ελιές της,
τ’ ακρογιάλια της, τα βάσανά της, με τα καΐκια της
μ’ ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιον αγέρα της,
τον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω,
μέσα σ’ αυτό το πέτρινο τούνελ που η έξοδός του
είναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω :
από δω, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο.
Μην κλαίτε. Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ,
Πως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας. Μπορώ να επαναλάβω :

» Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου – το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου
ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ’ το χωριό Λύση,
οδηγού ταξί το επάγγελμα,
πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξη
«Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α»